Απορρόφηση σιδήρου

Δεν έχει σημασία μόνο πόσος σίδηρος προσλαμβάνεται, αλλά και πόσος σίδηρος τελικά απορροφάται.

Τι σημαίνει απορρόφηση του σιδήρου;

Απορρόφηση είναι η διαδικασία με την οποία ο σίδηρος που λαμβάνεται από τις τροφές ή τα συμπληρώματα περνά από το πεπτικό σύστημα στα κύτταρα του εντέρου και στη συνέχεια στην κυκλοφορία του αίματος. Η ποσότητα σιδήρου που περιέχει ένα τρόφιμο ή ένα συμπλήρωμα διατροφής δεν ταυτίζεται με την ποσότητα που θα περάσει τελικά στο αίμα, καθώς η απορρόφηση επηρεάζεται από:

  • τη μορφή του σιδήρου,
  • τη σύνθεση του γεύματος,
  • τα αποθέματα του οργανισμού,
  • τη φλεγμονή και
  • την κατάσταση του πεπτικού συστήματος. [1–5]

Ο οργανισμός δεν διαθέτει ενεργό, ρυθμιζόμενο μηχανισμό αποβολής της περίσσειας σιδήρου. Για τον λόγο αυτό, το ισοζύγιο σιδήρου ελέγχεται κυρίως μέσω της εντερικής απορρόφησης και της ρυθμιζόμενης απελευθέρωσης σιδήρου από τις αποθήκες και τα κύτταρα που ανακυκλώνουν τα γερασμένα ερυθρά αιμοσφαίρια. [2–5]

Οι δύο μορφές του διατροφικού σιδήρου

Ο σίδηρος στα τρόφιμα βρίσκεται σε δύο βασικές μορφές, οι οποίες διαφέρουν σημαντικά ως προς τη βιοδιαθεσιμότητά τους:

  • Αιμικός σίδηρος: βρίσκεται κυρίως στο κρέας, στα πουλερικά, στα ψάρια και στα θαλασσινά. Απορροφάται σχετικά εύκολα και επηρεάζεται λιγότερο από τα άλλα συστατικά του γεύματος. [1–3,5]
  • Μη αιμικός σίδηρος: βρίσκεται στα φυτικά τρόφιμα, στα εμπλουτισμένα προϊόντα και σε έναν βαθμό σε ζωικά τρόφιμα. Η απορρόφησή του είναι περισσότερο μεταβλητή και επηρεάζεται έντονα από τη σύνθεση του γεύματος. [1–3,5]

Πώς απορροφάται ο διατροφικός σίδηρος;

Η κύρια απορρόφηση του σιδήρου πραγματοποιείται στο δωδεκαδάκτυλο και στο αρχικό τμήμα της νήστιδας. Ο αιμικός και ο μη αιμικός σίδηρος ακολουθούν διαφορετικές οδούς για να εισέλθουν στα εντεροκύτταρα, αλλά στη συνέχεια καταλήγουν σε κοινή ενδοκυττάρια δεξαμενή. Από εκεί ο σίδηρος μπορεί να αποθηκευτεί προσωρινά ως φερριτίνη ή να περάσει στο αίμα μέσω της φερροπορτίνης, ώστε να συνδεθεί με την τρανσφερρίνη και να μεταφερθεί στους ιστούς. [2,3]

Από την πρόσληψη στην κυκλοφορία του αίματος

Dcytb: δωδεκαδακτυλικό κυτόχρωμα b · DMT1: μεταφορέας δισθενών μετάλλων 1 · HO-1: οξυγενάση της αίμης 1.
PCBP1/PCBP2: πρωτεΐνες -συνοδοί του σιδήρου · LIP: άμεσα διαθέσιμη ενδοκυττάρια δεξαμενή σιδήρου.
Προσαρμογή από Correnti M. et al., Metabolites 2024;14(4):228, Figure 2. Άδεια CC BY 4.0. [3]

Mηχανισμός απορρόφησης βήμα προς βήμα

Η πορεία του σιδήρου από τον εντερικό αυλό έως την κυκλοφορία του αίματος περιλαμβάνει τα ακόλουθα στάδια:

  1. Στον αυλό του δωδεκαδακτύλου φθάνουν ο αιμικός και ο μη αιμικός σίδηρος της διατροφής. Οι δύο μορφές σιδήρου ακολουθούν διαφορετική αρχική οδό απορρόφησης. [2,3]
  2. Ο μη αιμικός σίδηρος, όταν βρίσκεται ως Fe³⁺, ανάγεται σε Fe²⁺ στην κορυφαία επιφάνεια του εντεροκυττάρου με τη δράση του Dcytb. Η βιταμίνη C ευνοεί την απορρόφησή του, διατηρώντας τον σίδηρο σε διαλυτή και απορροφήσιμη μορφή. [2,3,6]
  3. Ο Fe²⁺ εισέρχεται στο εντεροκύτταρο μέσω του μεταφορέα DMT1. [2,3]
  4. Ο αιμικός σίδηρος εισέρχεται στο εντεροκύτταρο ως αίμη μέσω διαφορετικής οδού. Στο εσωτερικό του κυττάρου η αίμη διασπάται από την αιμο-οξυγενάση-1 (HO-1) και απελευθερώνεται Fe²⁺, ο οποίος εντάσσεται στην κοινή, άμεσα διαθέσιμη ενδοκυττάρια δεξαμενή σιδήρου (LIP). [3]
  5. Από τη δεξαμενή LIP, ο σίδηρος μεταφέρεται με τη βοήθεια πρωτεϊνών-συνοδών PCBP1 και PCBP2. Οι PCBP1 πρωτεΐνες κατευθύνουν το σίδηρο προς τη φερριτίνη για αποθήκευση και προς ένζυμα που τον χρειάζονται ως συμπαράγοντα. Οι PCBP2 πρωτεΐνες συνεργάζονται με τους μεταφορείς DMT1 και φεροπορτίνη διευκολύνοντας την παραλαβή και εξαγωγή του σιδήρου προς την κυκλοφορία. [3]
  6. Μετά την έξοδό του από το εντεροκύτταρο, ο Fe²⁺ οξειδώνεται σε Fe³⁺ με τη δράση της ηφαιστίνης και της σερουλοπλασμίνης. Στη συνέχεια, ο Fe³⁺ συνδέεται με την τρανσφερρίνη, η οποία τον μεταφέρει μέσω του αίματος στους ιστούς. [3]

Πώς ρυθμίζεται η απορρόφηση;

Κεντρικό ρόλο έχει η εψιδίνη, μια ορμόνη που παράγεται κυρίως στο ήπαρ. Όταν τα αποθέματα σιδήρου είναι υψηλά ή υπάρχει φλεγμονή, η εψιδίνη αυξάνεται και περιορίζει την έξοδο σιδήρου από τα εντεροκύτταρα προς την κυκλοφορία. Όταν τα αποθέματα σιδήρου είναι χαμηλά ή αυξάνονται οι ανάγκες για παραγωγή ερυθρών αιμοσφαιρίων, η εψιδίνη μειώνεται και διευκολύνεται η διάθεση του σιδήρου. [3,4]

Η ποσότητα σιδήρου που απορροφάται επηρεάζεται κυρίως από:

  • τα αποθέματα σιδήρου του οργανισμού,
  • τις ανάγκες για ανάπτυξη και παραγωγή ερυθρών αιμοσφαιρίων,
  • την εγκυμοσύνη και άλλες καταστάσεις αυξημένων απαιτήσεων όπως η ανάπτυξη στη βρεφική και παιδική ηλικία,
  • τις απώλειες αίματος, όπως η έμμηνος ρύση, η αιμοδοσία ή η αιμορραγία του πεπτικού,
  • την παρουσία φλεγμονής ή χρόνιων νοσημάτων,
  • τη μορφή του σιδήρου και τη σύνθεση του γεύματος,
  • τη λειτουργία του στομάχου και του λεπτού εντέρου, καθώς και τυχόν χειρουργικές επεμβάσεις στο πεπτικό. [1–5,7]

Αιμικός σίδηρος και απορρόφηση1,4

Ο αιμικός σίδηρος προέρχεται κυρίως από την αιμοσφαιρίνη και τη μυοσφαιρίνη των ζωικών τροφίμων. Απορροφάται μέσω διαφορετικού μηχανισμού από τον μη αιμικό σίδηρο και επηρεάζεται λιγότερο από τους αναστολείς του γεύματος. Η απορρόφησή του εκτιμάται συνήθως περίπου στο 15–35% της προσλαμβανόμενης ποσότητας, ανάλογα με τα αποθέματα και τις ανάγκες του οργανισμού. [1–3,5]

Κύριες πηγές αιμικού σιδήρου είναι:

  • το κόκκινο κρέας, όπως μοσχάρι, χοιρινό, αρνί και κατσίκι,
  • τα εντόσθια, όπως το ήπαρ,
  • τα πουλερικά,
  • τα ψάρια,
  • τα οστρακοειδή και άλλα θαλασσινά. [1,2]

Μη-αιμικός σίδηρος και απορρόφηση1,4

Ο μη αιμικός σίδηρος βρίσκεται κυρίως στα φυτικά τρόφιμα και στα εμπλουτισμένα προϊόντα. Αποτελεί τη βασική πηγή σιδήρου για όσους ακολουθούν χορτοφαγική ή vegan διατροφή. Η απορρόφησή του είναι περισσότερο μεταβλητή και μπορεί να κυμαίνεται περίπου από 2% έως 20%, ανάλογα κυρίως με τα αποθέματα σιδήρου και τη σύνθεση του γεύματος. Δεν είναι επομένως σωστό να χρησιμοποιείται ένα ενιαίο ποσοστό για όλους τους ανθρώπους και όλα τα τρόφιμα. [2,5]

Καλές διατροφικές πηγές μη αιμικού σιδήρου είναι:

  • τα όσπρια, όπως φακές, φασόλια και ρεβίθια,
  • το τόφου και άλλα προϊόντα σόγιας,
  • τα δημητριακά ολικής άλεσης και τα εμπλουτισμένα δημητριακά πρωινού,
  • οι ξηροί καρποί και οι σπόροι,
  • τα πράσινα φυλλώδη λαχανικά,
  • οι πατάτες με τη φλούδα,
  • ορισμένα αποξηραμένα φρούτα. [1]

Παράγοντες που αυξάνουν την απορρόφηση

  • Η βιταμίνη C, όταν καταναλώνεται στο ίδιο γεύμα, βοηθά να παραμένει ο μη αιμικός σίδηρος σε διαλυτή και απορροφήσιμη μορφή. [1,2,5,6]
  • Το κρέας, τα ψάρια και τα πουλερικά μπορούν να ενισχύσουν την απορρόφηση του μη αιμικού σιδήρου του ίδιου γεύματος. [1,2,5]
  • Τα χαμηλά αποθέματα σιδήρου αυξάνουν συνήθως την κλασματική απορρόφηση, καθώς ο οργανισμός προσαρμόζεται στις ανάγκες του. [4,5]

Παράγοντες που μπορεί να μειώσουν την απορρόφηση

  • Τα φυτικά άλατα, τα οποία βρίσκονται κυρίως στα δημητριακά ολικής άλεσης, στα όσπρια, στους ξηρούς καρπούς και στους σπόρους. [1,2,5]
  • Ορισμένες πολυφαινόλες, όπως εκείνες του τσαγιού και του καφέ, όταν καταναλώνονται κοντά σε γεύμα που αποτελεί βασική πηγή μη αιμικού σιδήρου. [1,2,5]
  • Η μειωμένη γαστρική οξύτητα και ορισμένα φάρμακα που περιορίζουν την παραγωγή γαστρικού οξέος. [1,2]
  • Η φλεγμονή, η οποία μπορεί να αυξήσει την εψιδίνη και να περιορίσει τόσο την απορρόφηση όσο και τη διάθεση του σιδήρου. [3,4]

Η επίδραση ενός μεμονωμένου ενισχυτή ή αναστολέα είναι συνήθως εντονότερη όταν εξετάζεται σε ένα μόνο γεύμα. Σε μια ποικίλη διατροφή, η συνολική επίδραση μπορεί να είναι μικρότερη, επειδή συνυπάρχουν πολλοί διαφορετικοί παράγοντες. [5]

Παθήσεις και χειρουργικές επεμβάσεις του πεπτικού

Η απορρόφηση του σιδήρου μπορεί να μειωθεί όταν επηρεάζονται το στομάχι, το τμήμα του δωδεκαδάκτυλου στο έντερο ή το αρχικό τμήμα του λεπτού εντέρου (αυλός). Παθήσεις που προκαλούν δυσαπορρόφηση, χρόνια γαστρεντερική φλεγμονή ή αιμορραγία μπορούν να επιβαρύνουν την κατάσταση του σιδήρου. [1–3]

Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται και μετά από χειρουργικές επεμβάσεις στο στομάχι ή στο έντερο, όπως ορισμένες βαριατρικές επεμβάσεις. Οι ανατομικές και λειτουργικές αλλαγές μπορεί να μειώσουν τη γαστρική οξύτητα, να περιορίσουν την πρόσληψη τροφής ή να παρακάμψουν τμήματα του εντέρου όπου απορροφάται ο σίδηρος. Η έλλειψη σιδήρου είναι συχνή μετά από τέτοιες επεμβάσεις, ιδιαίτερα μετά από γαστρική παράκαμψη, και απαιτεί συστηματική εργαστηριακή παρακολούθηση και εξατομικευμένη αντιμετώπιση από επαγγελματία υγείας. [7]

Πόσος από τον διατροφικό σίδηρο απορροφάται τελικά;

Σε επίπεδο συνολικής διατροφής, η βιοδιαθεσιμότητα του σιδήρου έχει εκτιμηθεί περίπου σε:

  • 14–18% για μια μικτή διατροφή που περιλαμβάνει κρέας, ψάρια ή θαλασσινά και πηγές βιταμίνης C,
  • 5–12% για μια χορτοφαγική διατροφή.

Οι τιμές αυτές είναι πληθυσμιακές εκτιμήσεις που χρησιμοποιήθηκαν για τον καθορισμό διατροφικών τιμών αναφοράς. Δεν περιγράφουν με ακρίβεια την απορρόφηση κάθε ατόμου ή κάθε γεύματος. Η πραγματική απορρόφηση μπορεί να είναι μεγαλύτερη όταν τα αποθέματα σιδήρου είναι χαμηλά και μικρότερη όταν τα αποθέματα είναι επαρκή ή όταν αυξάνεται η εψιδίνη, όπως μπορεί να συμβεί κατά τη φλεγμονή. [1,4,5]

Πρακτικό συμπέρασμα

Για την επάρκεια σιδήρου δεν αρκεί να εξετάζεται μόνο η ποσότητα που προσλαμβάνεται. Χρειάζεται να λαμβάνονται υπόψη η μορφή του σιδήρου, ο τρόπος συνδυασμού των τροφίμων, τα αποθέματα του οργανισμού, οι απώλειες αίματος, η παρουσία φλεγμονής και η κατάσταση του πεπτικού συστήματος. Όταν υπάρχει υποψία σιδηροπενίας, συμπτώματα ανεπάρκειας σιδήρου (π.χ. χλωμή όψη, κρύα χέρια, αδύναμα μαλλιά και νύχια, αυξημένος καρδιακός ρυθμός, αυξημένη συχνότητα λοιμώξεων, ζαλάδες, πονοκέφαλοι κλπ) γαστρεντερικό νόσημα ή ιστορικό επέμβασης στο στομάχι ή στο έντερο, η αξιολόγηση πρέπει να γίνεται από επαγγελματία υγείας και να βασίζεται σε κατάλληλες εργαστηριακές εξετάσεις.

Η EXCESSMED παρουσιάζει το GOLDEN IRON με πυροφωσφορικό σίδηρο Τεχνολογίας Lipofer®

Το περιεχόμενο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και δεν υποκαθιστά την εξατομικευμένη ιατρική ή διαιτολογική αξιολόγηση. Η λήψη συμπληρωμάτων σιδήρου πρέπει να πραγματοποιείται κατόπιν σύστασης επαγγελματία υγείας.

Βιβλιογραφία:
  1. National Institutes of Health, Office of Dietary Supplements. Iron: Fact Sheet for Health Professionals. Διαθέσιμο στο: https://ods.od.nih.gov/factsheets/Iron-HealthProfessional/ (Ημερομηνία πρόσβασης: 21 Ιουλίου 2026).
  2. Piskin E, Cianciosi D, Gulec S, Tomas M, Capanoglu E. Iron Absorption: Factors, Limitations, and Improvement Methods. ACS Omega. 2022;7(24):20441–20456. doi:10.1021/acsomega.2c01833.
  3. Correnti M, Gammella E, Cairo G, Recalcati S. Iron Absorption: Molecular and Pathophysiological Aspects. Metabolites. 2024;14(4):228. doi:10.3390/metabo14040228.
  4. Sangkhae V, Nemeth E. Regulation of the Iron Homeostatic Hormone Hepcidin. Advances in Nutrition. 2017;8(1):126–136. doi:10.3945/an.116.013961.
  5. Hurrell R, Egli I. Iron bioavailability and dietary reference values. The American Journal of Clinical Nutrition. 2010;91(5):1461S–1467S. doi:10.3945/ajcn.2010.28674F.
  6. Teucher B, Olivares M, Cori H. Enhancers of iron absorption: ascorbic acid and other organic acids. International Journal for Vitamin and Nutrition Research. 2004;74(6):403–419. doi:10.1024/0300-9831.74.6.403.
  7. Enani G, Bilgic E, Lebedeva E, Delisle M, Vergis A, Hardy K. The incidence of iron deficiency anemia post-Roux-en-Y gastric bypass and sleeve gastrectomy: a systematic review. Surgical Endoscopy. 2020;34(7):3002–3010. doi:10.1007/s00464-019-07092-3.
Scroll to Top